Μέσα στον Σεπτέμβριο στοχεύει να δοθούν στην δημοσιότητα τα εκκαθαριστικά σημειώματα των επανυπολογισμένων συντάξεων η ηγεσία του υπουργείου Εργασίας σύμφωνα με πληροφορίες των Dikaiologitika News, προκειμένου οι συνταξιούχοι να δουν τι εισπράττουν από 1η Ιανουαρίου 2019.

Η αποστολή των εκκαθαριστικών θα δώσει οριστική λύση στο θέμα του επανυπολογισμού των συντάξεων καθώς ήδη έχει παρέμβει και ο Συνήγορος του Πολίτη και έχει ζητήσει την άμεση γνωστοποίηση στους συνταξιούχους για το αποτέλεσμα του επανυπολογισμού των συντάξεών τους, αλλα και τις δικαστικές προσφυγές.

Στα ενημερωτικά σημειώματα θα περιλαμβάνεται: η εθνική σύνταξη, δηλαδή το ποσό της εθνικής σύνταξης που φτάνει τα 384 ευρώ για όλους όσοι συνταξιοδοτήθηκαν με 20ετία ασφάλισης και πάνω και μειώνεται 2% για κάθε έτος που υπολείπεται των 20 ετών ασφάλισης και μέχρι τα 15 έτη ασφάλισης, οπότε ανέρχεται σε 345,60 ευρώ, η ανταποδοτική σύνταξη,το ποσό της οποίας εξαρτάται από τις εισφορές που είχε πληρώσει ο συνταξιούχος στον ασφαλιστικό του βίο και υπολογίζεται με βάση τις συντάξιμες αποδοχές, το χρόνο ασφάλισης και τα ετήσια ποσοστά αναπλήρωσης και η προσωπική διαφορά, δηλαδή η διαφορά που προκύπτει ανάμεσα στο καταβλητέο ποσό πριν τον Μάιο του 2016 και το ποσό που προκύπτει από τον επανυπολογισμό.

Στην περίπτωση της αρνητικής προσωπικής διαφοράς, όπου ο επανυπολογισμός και η αναπροσαρμογή της σύνταξης είχαν θετικό πρόσημο, δηλαδή το νέο επανυπολογισμένο ποσό με βάση το νόμο Κατρούγκαλου προέκυψε μεγαλύτερο από το καταβλητέο τον Μάιο του 2016, προβλέπεται αύξηση σε πέντε δόσεις (έως το 2023).

Στην περίπτωση της θετικής προσωπικής διαφοράς σημαίνει ότι ο επανυπολογισμός και η αναπροσαρμογή της σύνταξης είχαν αρνητικό πρόσημο, δηλαδή το νέο επανυπολογισμένο ποσό με βάση το νόμο Κατρούγκαλου προέκυψε μικρότερο από το καταβλητέο τον Μάιο του 2016, προβλέπεται διατήρηση της προσωπικής διαφοράς και «πάγωμα» της σύνταξης.

Μάλιστα στην περίπτωση αυτή το ποσό της θα συμψηφίζεται με τις γενικότερες αυξήσεις που προβλέπεται να δίνονται στις συντάξεις από το 2023 και μετά (με βάση την εξέλιξη του ΑΕΠ και του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή) έως ότου η προσωπική διαφορά εξαλειφθεί.